Γιατί πιστεύω πως δεν είμαστε σήμερα ελεύθεροι κατά καμία έννοια.
Λέγεται πως το πρώτο ανθρώπινο σύστημα κατέρρευσε, κατά το οποίο η Φύση ήταν πάνω από τους Νόμους, η Γη ήταν ανώτερη των Πολιτειών και η θέληση του καθένα πάνω από τα Ήθη, όταν ο Άνθρωπος δεν αρκέστηκε στην σημερινή του τροφή, αλλά θέλησε να προετοιμαστεί και για το Αύριο, και τελικά αποφάσισε να ζήσει μαζί με τους άλλους Ανθρώπους. Λέγεται πως τότε έχασε την αληθινή του ευτυχία, και έγινε δούλος όχι μόνο του εαυτού του, μα και των άλλων, όπως επίσης των άψυχων πραγμάτων.
Σας μεταφέρω, γι αυτό, ένα κομμάτι από την "Ελληνική Νομαρχία" (Ανώνυμος, 1806) χωρίς όλα τα σημεία στίξης, ζητώ συγνώμη. Αλλά θέλω να ελπίζω πως αυτό που μετράει είναι η ουσία του Λόγου και ελπίζω να δείτε κι εσείς πως και η πραγματικότητά μας μένει ίδια. Ακόμα κι αν όλα έχουν αλλάξει επιφανειακά - σαν τα σημεία στίξης - είμαστε δυστυχώς δέσμιοι ακόμα και πνευματικά σκλαβωμένοι, σε μια Κοινωνία που δεν αγαπά και δεν σέβεται τίποτα.
" Ιδού λοιπόν, πόσον αναγκαία είναι η ελευθερία εις τον άνθρωπον, δια να γνωρίσει το είναι του.
Ο δούλος, αδελφοί μου, δεν γίνεται ποτέ ελεύθερος, αν δε γνωρίσει τι εστί ελευθερία, και όστις αγνοεί την ελευθερίαν, αγνοεί το είναι του.
Ο δούλος, πιστεύσατέ μοι το αδελφοί, ποτέ δεν στοχάζεται, ότι είναι όμοιος με τον κύριόν του, αλλά είναι σχεδόν βέβαιος, ότι αυτός πρέπει να είναι δούλος, και εκείνος κύριος.
Βαβαί!
Πως φλογίζεται όμως η καρδία εκείνων, οπού γνωρίζουσι την ελευθερίαν, και δεν την έχουσι.
Εκείνοι αληθώς τυραννούνται, και εξακολούθως εκείνοι μόνον γνωρίζουσι εντελώς την ανάγκη τοιούτου καλού.
Εις αυτούς πρέπει να ελπίζωσιν οι υπόδουλοι λαοί, επειδή αυτοί τρόπον τινά μετριάζουν την ασχημότητά των, ως μερικά κτίρια μίαν καταδαφισμένην πόλιν στολίζουσι.
Αυτοί λοιπόν, ας διδάξουσι την αλήθειαν, και ας καταπείσωσι μίαν φοράν τους αγαπητούς μου Έλληνας να γνωρίσωσιν, ότι μόνη η δουλεία είναι πρόξενος των όσων κακών αυτοί πάσχουσι, και ας καταλάβουν πόσον τους είναι αναγκαία η ελευθερία, δια να ζήσωσι όσον το δυνατόν ευτυχείς, επειδή χωρίς αυτήν δεν ημπορούν να έχουσι ούτε δικαιοσύνη, ούτε ομοιότητα, ούτε αγάπην, και εν ενί λόγω ουδεμία αρετή.
Τουναντίον δε, εις την ελευθέραν ζωήν η αξιότης τιμάται, έκαστος συμπολίτης ευρίσκει το καλόν του εις το καλόν των άλλων.
Εκεί καθείς είναι μέρος του όλου, εκεί η αρετή δοξασμένη, εκεί η ανδρεία γνωρισμένη, εκεί η αγαθότης ενεργημένη, εκεί η φιλία φυλαττομένη, εκεί η τιμή αξιοτίμητος, ο κριτής απροσωπόληπτος, ο κρινόμενος μόνος, νόμοι οι διαυθεντευταί, νόμοι οι δικασταί, η αθωότης απτότητος, η τιμωρία δίκαια, αντίμειψις κοινή, και μύρια άλλα χρηστά κατορθώματα, όπου χάριν συντομίας δεν αναφέρω.
Και ποιός δεν βλέπει πόσον είναι αναγκαία η ελευθερία;
Ο ενάρετος θέλει γνωρίσει την ανάγκη και θέλει προκρίνει την ελευθέραν ζωήν, όπου βλέπει να είναι η αρετή τιμημένη και δοξασμένοι οι ενάρετοι.
Ο γενναίος τη ψυχή, και αυτός δεν θέλει εύρει δισταγμόν, βλέποντας τους ελευθέρους λαούς να αιωνιάζωσι τα ονόματα των γενναίων ανδρών, και των ηρώων.
Ποιός, οποιασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δεν θέλει να γνωρίζει το μέγα όφελος της ελευθέρας ζωής;
....
Όντας φανερόν λοιπόν, ότι μόνον η ελευθερία αποκαταστεί τους ανθρώπους ενάρετους, και εμφυτεύει εις τα καρδίας όλων των πολιτών την άμιλλαν προς το ευ πράττειν, δια τούτο εις μόνον τας ελευθέρας πολιτείας γεννώνται τα μεγάλα υποκείμενα, και ιδού πως η ελευθερία είναι πρόξενος μεγάλων κατορθωμάτων.
Και καθώς εν άνθος ευώδες, όταν γεννάται ανάμεσα εις τα δάση, όπου κανείς δεν το βλέπει, ή καταβιβρώσκεται από τα θηρία, ή κατασήπεται από τον καιρόν, τοιούτης λογής ακολουθεί και εις τα υποδουλωμένας πόλεις, εις τα οποίας, όταν ευρίσκεται κανένα άξιον υποκείμενον, μην έχοντας τον τρόπο να εμφανισθή, αποθνήσκει, χωρίς τινάς να γνωρίση την αξιότητά του.
Δια τούτο και η Ιστορία παντελώς σχεδόν, ή πολλά σπανίως μας αναμνήει υποκείμενα άξια, υπό της δουλείας, τουναντίον δε πλουσιοπαρόχως εξιστορεί μύρια ονόματα μεγάλων ανδρών ελευθέρων πολιτειών, ωσάν οπού μία ελευθέρα πολιτεία είναι προς τα άξια υποκείμενά της, ως εν καλλιεργημένον περιβόλεον προς τα άνθη του, τα οποία και γνωρίζονται, και χρησιμεύουσι, και επαινώνται.
Αλλά, πόσας φοράς πρέπει να εκφωνήσω, ότι η ελευθερία είναι αναγκαιοτέρα από την ιδίαν ύπαρξιν εις τον άνθρωπον!
Αυτή γαρ αποκαταστεί γλυκείαν την ζωήν, αυτή γεννά διαυθεντευτάς της πατρίδος, αυτή νομοδότας, αυτή εναρέτους, αυτή σοφούς, αυτή τεχνίτας, και αυτή μόνον, τέλος πάντων, τιμά την ανθρωπότητα.
Πόσοι, άραγε, άνδρες άξιοι γεννώνται εις την Ελλάδα, αλλά καθώς γεννώνται, ούτως και αποθνήσκουν, μην έχοντες τα αναγκαία μέσα εις το να κατορθώσουν μεγάλα πράγματα...."
Οι δυο οψεις του ιδιου νομισματος
Κατά πως το θέλουν οι καιροί, ο δικός μας Μεταναστόπουλος είναι ερμαφρόδιτος... Με δύο πρόσωπα, δύο όψεις. Μια διχασμένη προσωπικότητα downtown AmsterDAM μιλά με δυο φωνές, βλέπει από δύο διαμετρικά αντίθετες γωνίες, μα καταφέρνει να εναρμονίζεται, ισορροπει χαλαρά στις γέφυρες πάνω απ΄τα κανάλια. Αγρυπνά, αφουγκράζεται και ψιλαφίζει τον Κόσμο καθώς αλλάζει... Όπως άλλωστε και ο Μεταναστόπουλος είναι κάποτε μεταβλητός, ή σταθερός, άλλοτε αδιάλλαχτος - χωρίς να ανήκει πουθενά και σε κανέναν παρά μονο στους δύο του εαυτούς... Με το κέντρο της προσοχής του να μετακινείται από τον ένα του ετερογενή πόλο στον άλλο, μια διαφωνεί, μια συμφωνεί. Τι σόϊ δι-χα-λασμένη προσωπικότητα θα ήταν χωρίς να παραλογίζεται εξάλλου? Πάντα ανοιχτός σε σχόλια και κουβέντες, αφού λατρεύει να συν-ομιλεί και να διαλογίζεται.
Showing posts with label Θέλει Αρετή και Τόλμη η Ελευθερία. Show all posts
Showing posts with label Θέλει Αρετή και Τόλμη η Ελευθερία. Show all posts
Sunday, 20 September 2009
Η σωτηρία της Ψυχής, είναι πολύ μεγάλο πράγμα!
Από ένα Ινδικό Παραμύθι
γιατί κάποιοι τα βίωσαν, τα σκέφτηκαν και τα έγραψαν καλύτερα...
- Είμαι γέρος, βέβαια, αλλά δεν έπαψα ποτέ να αναζητάω. Ποτέ δεν θα πάψω να αναζητάω, αυτός φαίνεται πως είναι ο προορισμός μου.
Κι εσύ αναζήτησες κάποτε, έτσι μου φαίνεται. Θέλεις να μου πεις μια λέξη σεβαστέ μου;
- Τι μπορώ να σου πω εγώ, σεβάσμιε; Μήπως πως αναζητάς υπερβολικά; Πως η αναζήτηση σε εμποδίζει να βρεις;
- Μα πως;
- Όταν κάποιος ζητάει, συμβαίνει συχνά να μην βλέπουν τα μάτια του παρά μόνο το πράγμα που ζητάει, συμβαίνει να μην είναι ικανός να βρει τίποτα, να αφεθεί σε τίποτα, επειδή σκέφτεται πάντα μόνο αυτό που ζητάει, επειδή έχει έναν σκοπό, επειδή κατέχεται από το σκοπό.
Ζητάω θα πει: έχω ένα σκοπό. Βρίσκω όμως σημαίνει: είμαι ελεύθερος, στέκομαι ανοιχτός, δεν έχω κανένα σκοπό.
Εσύ, σεβάσμιε, είσαι κατά πάσα πιθανότητα πραγματικά ένας αναζητητής, αφού επιδιώκοντας το σκοπό σου, δεν βλέπεις μερικά πράγματα που είναι μπρος στα μάτια σου.
- Ακόμα δεν καταλαβαίνω απόλυτα τι θέλεις να πεις με αυτό
- Δες, Γκοβίντα μου, αυτή είναι μία από τις σκέψεις που ανακάλυψα. Μπορεί να μου μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία.
Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί από αυτήν, να κάνει με αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να την διδάξει.
Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτό ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους.
Έχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερη μου σκέψη.
Άκουσέ τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό!
Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και να περιβληθεί με λόγια είναι μονόπλευρη.
Μονόπλευρα είναι όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα.
Όταν ο Φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας τον Κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση.
Δεν μπορεί κανείς να κάνει αλλιώς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι΄αυτόν που θέλει να διδάξει.
Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος.
Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός.
Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό.
Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό.
Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε είναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμος και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και τη μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό.
- Πως αυτό;
- Άκουσε καλά, αγαπημένε, άκουσε καλά! O αμαρτωλός που είμαι και που είσαι και εσύ, είναι αμαρτωλός αλλά θα γίνει κάποτε πάλι Βράχμαν,
θα κατακτήσει τη Νιρβάνα, θα γίνει Βούδας – και δες τώρα:
αυτό το «κάποτε» είναι πλάνη, είναι μόνο ένα σύμβολο. Ο αμαρτωλός δεν βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί στο Βούδα, δεν υπόκεινται σε εξέλιξη,
παρόλο που η σκέψη μας δεν μπορεί να συλλάβει αλλιώς τα πράγματα.
Όχι, μέσα στον αμαρτωλό υπάρχει, βρίσκεται τώρα κιόλας, σήμερα ο μελλοντικός Βούδας, το μέλλον του είναι ήδη παρόν, πρέπει να τιμάς σε αυτόν, σ΄εσένα, στον καθένα, τον δημιουργό, τον πιθανό, τον κρυμμένο Βούδα.
Ο κόσμος, φίλε Γκοβίντα, δεν είναι ατελής, ούτε πρέπει να τον βλέπουμε σε έναν αργό δρόμο προς την τελειότητα:
όχι, είναι σε κάθε στιγμή τέλειος, κάθε αμαρτία φέρνει μέσα της τη χάρη, όλα τα μικρά παιδιά έχουν μέσα τους το γέρο, όλα τα νήπια το θάνατο,
όλοι οι ετοιμοθάνατοι την αιώνια ζωή.
Δεν είναι δυνατό για κανένα να δει πόσο έχει προχωρήσει στο δρόμο του ο άλλος, ο Βούδας περιμένει μέσα στον κάθε ληστή και στον παίχτη των ζαριών, μέσα στο Βραχμάνο προσμένει ο ληστής.
Η βαθιά συγκέντρωση χαρίζει τη δυνατότητα να σταματήσει κανείς το χρόνο,να δει συγχρόνως όλη την περασμένη, την τωρινή και τη μελλοντικά ζωή,
και τότε όλα είναι καλά, όλα τέλεια, είναι όλα Βράχμαν.
Γι΄αυτό μου φαίνονται καλά όσα υπάρχουν, ο θάνατος μου φαίνεται σαν ζωή, η αμαρτία σαν αγιότητα, η εξυπνάδα σαν ανοησία.
Όλα πρέπει να είναι έτσι, όλα χρειάζονται μόνο την επιδοκιμασία μου, μόνο την προθυμία μου, τη γεμάτη αγάπη κατανόησή μου- όλα είναι καλά έτσι για μένα, τίποτα δεν μπορεί να με βλάψει.
Έμαθα από το κορμί και από την ψυχή μου πως χρειαζόμουνα πολύ την αμαρτία, χρειαζόμουνα την φιληδονία, την προσπάθεια να αποκτήσω πράγματα, τη ματαιοδοξία, όπως χρειαζόμουνα τη βαθειά απελπισία, για να μάθω να εγκαταλείψω την αντίσταση, για να μάθω να αγαπάω τον κόσμο, για να μάθω να μην τον συγκρίνω πια μ’ οποιονδήποτε από τους κόσμους που είχα επιθυμήσει ή που είχα φανταστεί, με ένα είδος τελειότητας που είχα σκεφτεί εγώ, αλλά να τον αφήνω όπως είναι, και να τον αγαπάω και να του ανήκω με ευχαρίστηση.
γιατί κάποιοι τα βίωσαν, τα σκέφτηκαν και τα έγραψαν καλύτερα...
- Είμαι γέρος, βέβαια, αλλά δεν έπαψα ποτέ να αναζητάω. Ποτέ δεν θα πάψω να αναζητάω, αυτός φαίνεται πως είναι ο προορισμός μου.
Κι εσύ αναζήτησες κάποτε, έτσι μου φαίνεται. Θέλεις να μου πεις μια λέξη σεβαστέ μου;
- Τι μπορώ να σου πω εγώ, σεβάσμιε; Μήπως πως αναζητάς υπερβολικά; Πως η αναζήτηση σε εμποδίζει να βρεις;
- Μα πως;
- Όταν κάποιος ζητάει, συμβαίνει συχνά να μην βλέπουν τα μάτια του παρά μόνο το πράγμα που ζητάει, συμβαίνει να μην είναι ικανός να βρει τίποτα, να αφεθεί σε τίποτα, επειδή σκέφτεται πάντα μόνο αυτό που ζητάει, επειδή έχει έναν σκοπό, επειδή κατέχεται από το σκοπό.
Ζητάω θα πει: έχω ένα σκοπό. Βρίσκω όμως σημαίνει: είμαι ελεύθερος, στέκομαι ανοιχτός, δεν έχω κανένα σκοπό.
Εσύ, σεβάσμιε, είσαι κατά πάσα πιθανότητα πραγματικά ένας αναζητητής, αφού επιδιώκοντας το σκοπό σου, δεν βλέπεις μερικά πράγματα που είναι μπρος στα μάτια σου.
- Ακόμα δεν καταλαβαίνω απόλυτα τι θέλεις να πεις με αυτό
- Δες, Γκοβίντα μου, αυτή είναι μία από τις σκέψεις που ανακάλυψα. Μπορεί να μου μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία.
Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί από αυτήν, να κάνει με αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να την διδάξει.
Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτό ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους.
Έχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερη μου σκέψη.
Άκουσέ τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό!
Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και να περιβληθεί με λόγια είναι μονόπλευρη.
Μονόπλευρα είναι όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα.
Όταν ο Φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας τον Κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση.
Δεν μπορεί κανείς να κάνει αλλιώς, δεν υπάρχει άλλος δρόμος γι΄αυτόν που θέλει να διδάξει.
Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος.
Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός.
Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό.
Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό.
Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε είναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμος και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και τη μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό.
- Πως αυτό;
- Άκουσε καλά, αγαπημένε, άκουσε καλά! O αμαρτωλός που είμαι και που είσαι και εσύ, είναι αμαρτωλός αλλά θα γίνει κάποτε πάλι Βράχμαν,
θα κατακτήσει τη Νιρβάνα, θα γίνει Βούδας – και δες τώρα:
αυτό το «κάποτε» είναι πλάνη, είναι μόνο ένα σύμβολο. Ο αμαρτωλός δεν βρίσκεται στο δρόμο που οδηγεί στο Βούδα, δεν υπόκεινται σε εξέλιξη,
παρόλο που η σκέψη μας δεν μπορεί να συλλάβει αλλιώς τα πράγματα.
Όχι, μέσα στον αμαρτωλό υπάρχει, βρίσκεται τώρα κιόλας, σήμερα ο μελλοντικός Βούδας, το μέλλον του είναι ήδη παρόν, πρέπει να τιμάς σε αυτόν, σ΄εσένα, στον καθένα, τον δημιουργό, τον πιθανό, τον κρυμμένο Βούδα.
Ο κόσμος, φίλε Γκοβίντα, δεν είναι ατελής, ούτε πρέπει να τον βλέπουμε σε έναν αργό δρόμο προς την τελειότητα:
όχι, είναι σε κάθε στιγμή τέλειος, κάθε αμαρτία φέρνει μέσα της τη χάρη, όλα τα μικρά παιδιά έχουν μέσα τους το γέρο, όλα τα νήπια το θάνατο,
όλοι οι ετοιμοθάνατοι την αιώνια ζωή.
Δεν είναι δυνατό για κανένα να δει πόσο έχει προχωρήσει στο δρόμο του ο άλλος, ο Βούδας περιμένει μέσα στον κάθε ληστή και στον παίχτη των ζαριών, μέσα στο Βραχμάνο προσμένει ο ληστής.
Η βαθιά συγκέντρωση χαρίζει τη δυνατότητα να σταματήσει κανείς το χρόνο,να δει συγχρόνως όλη την περασμένη, την τωρινή και τη μελλοντικά ζωή,
και τότε όλα είναι καλά, όλα τέλεια, είναι όλα Βράχμαν.
Γι΄αυτό μου φαίνονται καλά όσα υπάρχουν, ο θάνατος μου φαίνεται σαν ζωή, η αμαρτία σαν αγιότητα, η εξυπνάδα σαν ανοησία.
Όλα πρέπει να είναι έτσι, όλα χρειάζονται μόνο την επιδοκιμασία μου, μόνο την προθυμία μου, τη γεμάτη αγάπη κατανόησή μου- όλα είναι καλά έτσι για μένα, τίποτα δεν μπορεί να με βλάψει.
Έμαθα από το κορμί και από την ψυχή μου πως χρειαζόμουνα πολύ την αμαρτία, χρειαζόμουνα την φιληδονία, την προσπάθεια να αποκτήσω πράγματα, τη ματαιοδοξία, όπως χρειαζόμουνα τη βαθειά απελπισία, για να μάθω να εγκαταλείψω την αντίσταση, για να μάθω να αγαπάω τον κόσμο, για να μάθω να μην τον συγκρίνω πια μ’ οποιονδήποτε από τους κόσμους που είχα επιθυμήσει ή που είχα φανταστεί, με ένα είδος τελειότητας που είχα σκεφτεί εγώ, αλλά να τον αφήνω όπως είναι, και να τον αγαπάω και να του ανήκω με ευχαρίστηση.
Subscribe to:
Posts (Atom)